Monday, July 31, 2017

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Οι ελπιδοφόρες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του «γαλλο-γερμανικού άξονα» για μια στενότερη αμυντική συνεργασία  στους κόλπους της ΕΕ δεν πρέπει να συσκοτίσουν το γεγονός ότι η συγκρότηση και διάθεση του στρατιωτικού δυναμικού των κρατών μελών παραμένει εθνική ευθύνη και αρμοδιότητα. 
Ενδεικτική εν προκειμένω η πρόσφατη εμπλοκή με τα ναυπηγεία Σεν Ναζαίρ – τα μόνα γαλλικά ικανά να ναυπηγήσουν μεγάλες ναυτικές μονάδες, συμπεριλαμβανομένων και αεροπλανοφόρων. Με τη γαλλική κυβέρνηση, επικαλούμενη ευθέως «στρατηγικά συμφέροντα», να τα εθνικοποιεί προκειμένου να αποτρέψει την υπαγωγή τους υπό τον έλεγχο ιταλικής εταιρείας. Και με τους Ιταλούς αρμόδιους υπουργούς να διαμαρτύρονται με κοινή δήλωση για τον «εθνικισμό και προστατευτισμό» των Γάλλων εταίρων τους.
Σημειωτέον δε ότι ο σημερινός Γάλλος πρόεδρος συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευρωπαϊστών κοινοτικών ηγετών. Όπως όμως όλα δείχνουν και μεταξύ των πλέον ρεαλιστών, ιδίως στο μέτρο που εμπράκτως αναγνωρίζει τα όρια της ευρωενωσιακής συσσωμάτωσης στον κρίσιμο χώρο της εθνικής άμυνας. Κατά τούτο δε συνεχίζει την παράδοση των, ανεξαρτήτως ιδεολογικής και κομματικής απόχρωσης, προκατόχων του. Ουδείς εκ των οποίων διανοήθηκε, επί παραδείγματι, να απεθνικοποιήσει τον γαλλικό στρατό στη χοάνη ενός ευρωπαϊκού. Ή να θέσει το εμβληματικό γαλλικό πυρηνικό αποτρεπτικό υπό κοινό ευρωενωσιακό έλεγχο και διαχείριση.
Κατά τα λοιπά, η παραδοσιακή αντίληψη των Ευρωπαίων για την άμυνα έχει υποστεί ριζική μετάλλαξη. Όλα δείχνουν ότι οι μεταξύ κρατών του ευρωπαϊκού πυρήνα στρατιωτικές συγκρούσεις λόγω εδαφικών διεκδικήσεων ή εθνικού γοήτρου ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Μάλιστα, ορισμένα από τα κράτη αυτά – επί παραδείγματι, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία, ή το Βέλγιο – είναι εκτεθειμένα στον αντίστροφο κίνδυνο: στην μερική αποδόμηση της επικράτειάς τους συνεπεία της εκδήλωσης αποσχιστικών τάσεων στους ίδιους τους κόλπους των.
Ενώ οι εξωτερικές απειλές κατά της κοινοτικής Ευρώπης εστιάζονται σε δύο εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους χώρους:  αφ’ ενός, στους ανερχόμενους, ή επανερχόμενους, στο διεθνές προσκήνιο γίγαντες της Ευρασίας – σε σύγκριση με τους οποίους δημογραφικά και στρατιωτικά και εν πολλοίς και οικονομικά και τα μεγαλύτερα κράτη μέλη της ΕΕ δεν είναι πλέον παρά το πολύ μέσου μεγέθους δυνάμεις· και, αφ’ ετέρου, στις ασύμμετρες δραστηριότητες των φορέων του τρομοκρατικού Ισλάμ, οι οποίες πλήττουν, εκτός μεν ευρωπαϊκής ηπείρου, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών χωρών, στο εσωτερικό δε των τελευταίων αυτών την ασφάλεια των πολιτών τους.
Με την αντιμετώπιση της διττής αυτής, στρατηγικής και τρομοκρατικής, απειλής να καθιστά, εν πρώτοις, αναγκαία τη συνέχιση της στενής, πολυμερούς και διμερούς,  συνεργασίας των Ευρωπαίων με την αμερικανική υπερδύναμη - εξ αντικειμένου απαραίτητο στήριγμα της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας άσχετα με τα πρόσωπα που εκάστοτε κυβερνούν στην Ουάσιγκτον.
Κατά δεύτερο δε λόγο, οι Ευρωπαίοι εταίροι χρειάζονται ένοπλες δυνάμεις ικανές να προβάλουν ισχύν εκτός, και συχνά μακράν, των εθνικών τους συνόρων, και κατά κανόνα υπό γεωπολιτικά και ψυχολογικά πολύπλοκες συνθήκες – και άρα εξοπλισμένες με πολεμικό υλικό τεχνολογίας αιχμής, και, τουλάχιστον εξ ίσου σημαντικό αν όχι σημαντικότερο, στελεχωμένες με υψηλού επαγγελματισμού προσωπικό. Και δεν στερείται ενδιαφέροντος εν προκειμένω το ότι ήδη τις παραμονές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου ο στρατηγός ντε Γκωλ, καθηγητής τότε στη γαλλική στρατιωτική ακαδημία, προαισθανόμενος την επανάσταση στην τέχνη του πολέμου, δημοσίευσε πρωτοπόρο και εν πολλοίς προφητικό για την έκβαση της επικείμενης γερμανικής εισβολής πόνημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Για έναν επαγγελματικό στρατό» (Vers l'armée de métier). (Το οποίο αγνοήθηκε πανηγυρικά από μια πεφυσιωμένη στρατιωτική ιεραρχία και μια διαβρωμένη από σοσιαλίζουσες αερολογίες κοινή γνώμη.)

Οι ως άνω επισημάνσεις αφορούν φυσικά στις ανεπτυγμένες χώρες του ευρωπαϊκού κορμού. Στις παρυφές της ευρωπαϊκής ηπείρου οι κρατούσες συνθήκες συχνά παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες που θέτουν το όλο θέμα της άμυνας και ασφάλειας υπό ιδιάζον φως. Με τη χώρα μας, ειδικότερα, η οποία εκ των πραγμάτων μετέχει συγχρόνως, τόσο στον πυρήνα, όσο και στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, να καλείται να διαχειρισθεί μια προβληματική γειτονιά με ψυχραιμία και ρεαλισμό - και χωρίς να ενδώσει στον διάχυτο επί των συνόρων της, αλλά δυστυχώς και σε όχι  ευκαταφρόνητη μερίδα του πολιτικού της προσωπικού, αυτοκαταστροφικό γεωπολιτικό επαρχιωτισμό. Πρόκειται βέβαια για μείζον ζήτημα που απαιτεί αυτοτελή, ενδελεχή εξέταση.

Sunday, July 16, 2017

Η ΓΑΛΛΙΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Αφού απηύθυνε προς τον Αμερικανικό λαό τηλεοπτικό μήνυμα ευθαρσώς επικριτικό της απόφασης του κ. Τραμπ να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Συνθήκη του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, και έχοντας έτσι διατρανώσει την αυτοτέλεια του γαλλικού κράτους έναντι της αμερικανικής υπερδύναμης, ο πρόεδρος Μακρόν επεφύλαξε στον Αμερικανό ομόλογό του προνομιακή υποδοχή στους μεγαλοπρεπείς και πλήρους συμβολισμού εορτασμούς της 14ης Ιουλίου. Με τους δύο προέδρους να δράττονται της ευκαιρίας για να εξάρουν τους αδιάσειστους παραδοσιακούς γαλλοαμερικανικούς δεσμούς και να διακηρύττουν τη βούλησή τους να γεφυρώσουν τις όποιες διαφωνίες τους μέσω εποικοδομητικού διαλόγου.
Μερικές δε ημέρες πριν, κατά τις προγραμματισμένες, τακτικές διαβουλεύσεις του με τη Γερμανίδα καγκελάριο, ο Γάλλος πρόεδρος είχε επιβεβαιώσει την προσκόλλησή του στον γαλλογερμανικό άξονα. Προαναγγέλλοντας με τη συνομιλήτριά του σημαντικές κοινές δράσεις στον αμυντικό τομέα – μεταξύ άλλων, τη συμπαραγωγή ενός νέου πολεμικού αεροσκάφους. Και  εξασφαλίζοντας συγχρόνως από την Κυρία Μέρκελ μια κατ’ αρχήν αποδοχή των προωθημένων προτάσεών του για την αποτελεσματικότερη οργάνωση της ευρωζώνης.
Ενώ, παράλληλα με τις εκτός εθνικών του συνόρων κινήσεις του, ο κ. Μακρόν αξιοποιεί στο εσωτερικό του μέτωπο την ισχύ της προεδρίας και την εντυπωσιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία του νεότευκτου κινήματός του για να προωθήσει ταχύρρυθμα τις αναγκαίες για την τόνωση της γαλλικής οικονομίας μεταρρυθμίσεις.
Μολονότι δε εκ πρώτης όψεως άσχετες  μεταξύ τους,  οι πρωτοβουλίες αυτές του Γάλλου προέδρου έχουν ως κοινό παρανομαστή μια ορθολογική, εθνοκεντρική, και συγχρόνως φιλοευρωπαϊκή και ατλαντική, αντίληψη πολιτικής, που θα μπορούσε να συνοψισθεί με τον όρο εθνικός ρεαλισμός. Πρόκειται τρόπον τινά για έναν επικαιροποιημένο ντεγκωλισμό, ανταποκρινόμενο στο νέο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον. Στο οποίο, αφ’ ενός μεν το εθνικό κράτος και τα συμφέροντά του διατηρούν τον κεντρικό τους ρόλο, αφ’ ετέρου όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση μετεξελίσσεται σε ένα ζωντανό, εν πολλοίς πρωτότυπο, και πάντως πολλά υποσχόμενο εγχείρημα - στο πλαίσιο ωστόσο του οποίου η Γαλλία, αντίθετα με τις φιλοδοξίες του Στρατηγού ντε Γκωλ, καλείται πλέον να συνεργασθεί με την αναγεννημένη Γερμανία ισοτίμως και όχι ως η ιθύνουσα δύναμη. Κατά τα λοιπά δε, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν, διμερώς και μέσω ΝΑΤΟ, αναντικατάστατο στήριγμα της άμυνας και ασφάλειας του συνόλου των ευρωενωσιακών χωρών – και τούτο ασχέτως των προσώπων που εκάστοτε επικρατούν στην Ουάσιγκτον.  

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο προεδρικός αυτός ορθολογισμός εκδηλώνεται και προς άλλες κατευθύνσεις στη διεθνή σκακιέρα. Επί παραδείγματι: Στη στάση του Παρισιού έναντι της Μόσχας. Καθώς, άμα τη εκλογή του και παρά τις εχθρικές προς την υποψηφιότητά του αδέξιες ρωσικές επεμβάσεις διαρκούσης της προεκλογικής εκστρατείας, ο κ. Μακρόν υποδέχθηκε τον πρόεδρο Πούτιν στις εμβληματικές Βερσαλλίες με οιονεί ηγεμονική μεγαλοπρέπεια · μη παραλείποντας πάντως να επωφεληθεί της ευκαιρίας για να στηλιτεύσει, παρουσία του – σιωπώντος - υψηλού προσκεκλημένου του, ορισμένες απαράδεκτες πτυχές της ρωσικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Ενώ και ως προς το Συριακό, ο Γάλλος πρόεδρος υιοθετεί θέσεις ρεαλιστικότερες από εκείνες των δύο τελευταίων προκατόχων του: αποδεχόμενος την παραμονή του Ασάντ στην προεδρία ως αναπόφευκτη υπό τις κρατούσες συνθήκες· και χαρακτηρίζοντας τη Ρωσία σύμμαχο κατά των «εχθρών» της Γαλλίας τρομοκρατών.

Με τα πρώτα αυτά δείγματα γραφής του Γάλλου προέδρου να επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι, τηρουμένων των αναλογιών, ο κ. Μακρόν δείχνει και στους λοιπούς Ευρωπαίους εταίρους - ημών συμπεριλαμβανομένων - τον εναρμονισμένο με τις πραγματικότητες των αρχών αυτών του 21ου αιώνα δρόμο του εθνικού ρεαλισμού. 

Thursday, June 29, 2017

ΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ

Ενώ η διεθνής προσοχή εστιάζεται στην Κοινοτική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Ασία, και στις εσωτερικές περιπέτειες του Αμερικανού προέδρου, βορείως των συνόρων μας ακούγονται γεωπολιτικοί τριγμοί που θα ήταν ασύνετο να αγνοήσουμε.
Πρόκειται κατ’ ουσίαν για διεργασίες θέτουσες υπό δοκιμασία τη βαλκανική εδαφική τάξη όπως προέκυψε από τους «πολέμους της Γιουγκοσλαβίας» της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Με τις νέες ανεξάρτητες κρατικές οντότητες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του Κοσόβου, και της ΠΓΔΜ να απειλούνται με αποσταθεροποίηση από εσωτερικές, εθνοτικές κυρίως – και στη βοσνιακή περίπτωση και θρησκευτικές – αντιπαραθέσεις. Και συνακόλουθα, με τον τέως γιουγκοσλαβικό χώρο να τείνει να αποβεί άπαξ έτι πεδίο ανταγωνισμού, τόσο όμορων βαλκανικών  κρατών, όσο και των παραδοσιακά εμπλεκόμενων στην περιοχή μεγάλων δυνάμεων.
Και η μεν Μόσχα, προτάσσοντας τη σλαβική αλληλεγγύη και την Ορθοδοξία, επιχειρεί να επωφεληθεί της συγκυρίας για να ανακτήσει μέρος της παλαιότερης γεωπολιτικής επιρροής της – ειδικότερα στη Σερβία και στην ΠΓΔΜ·  και για να δυσχεράνει την ενσωμάτωση των Βαλκανίων στον Δυτικό κορμό, ευρωενωσιακό και νατοϊκό. Προς τούτο δε καλλιεργεί αντιδυτικές εθνικιστικές δυνάμεις, τόσο στο Βελιγράδι, όσο και στα Σκόπια. Ενώ οι Δυτικοί, από την πλευρά τους, επιδιώκουν την παγίωση του βαλκανικού εδαφικού στάτους κβο με κύριο σταθεροποιητικό μέσο την ενσωμάτωση των ταρασσόμενων τοπικών κρατών στους ευρωατλαντικούς θεσμούς.
Ως σοβαρά ωστόσο εμπόδια στη Δυτική αυτή επιδίωξη παρεμβάλλονται η «διευρυντική κόπωση» στους κόλπους της ΕΕ, αλλά και η τριτοκοσμική υφή των υποψηφίων προς ένταξη – κρατών «αποτυχημένων» κατά την τρέχουσα αμερικανική ορολογία, τα οποία πολύ απέχουν από το να πληρούν τις ευρωπαϊκές ή και νατοϊκές κατά περίπτωση ενταξιακές προδιαγραφές. Τους αποσταθεροποιητικούς δε κινδύνους επιτείνουν οι υποβόσκοντες στον αλβανικό και βουλγαρικό χώρο αλυτρωτισμοί: το όραμα της συγκρότησης μιας «Μεγάλης Αλβανίας», με την προσάρτηση στο αλβανικό κράτος – σε μία πρώτη, τουλάχιστον, φάση  - των Αλβανών του Κοσόβου, της νότιας Σερβίας, και της ΠΓΔΜ· και η επικρατούσα στην Βουλγαρία πεποίθηση ότι οι Σλάβοι των Σκοπίων είναι εθνολογικώς Βούλγαροι – και ότι φυσικό επακόλουθο ενδεχόμενης διάλυσης της ΠΓΔΜ θα είναι η ένωσή τους με τη «μητέρα πατρίδα».
Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να γίνει αντιληπτό ότι η Αθήνα έχει κάθε λόγο να στηρίξει μια Δυτική πολιτική, η οποία - σε αντίθεση με πολλές από τις ενέργειες των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών και της Ουάσιγκτον κατά την περίοδο της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας – συμβάλλει σημαντικά, και ενδεχομένως καθοριστικά, στη σταθεροποίηση της Βαλκανικής.
Πιο συγκεκριμένα: Τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα αντιτίθενται στην ανάδυση επί των συνόρων μας ισχυρότερων κρατικών μονάδων με αυξημένες γεωπολιτικές φιλοδοξίες, και εξυπηρετούνται από τη διατήρηση των υφιστάμενων μικρών, πολιτικοστρατιωτικά και οικονομικά ασθενών, και ανασφαλών γειτόνων μας - και ως εκ τούτου πιο ευεπηρέαστων από την Αθήνα. Υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση της υιοθέτησης εκ μέρους μας κατάλληλης στρατηγικής. Με τον χειρισμό του Σκοπιανού να αποτελεί κλασικό παράδειγμα προς αποφυγήν. (Βλ. σχετικώς Το Σκοπιανό και η στρατηγική μας ένδεια στον παρόντα ιστότοπο.). Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγει ότι η αναζωπύρωση των βαλκανικών αναθεωρητικών συγκρούσεων θα παρείχε γόνιμο έδαφος και για μια  ενεργότερη - και ασφαλώς όχι φιλική προς τη χώρα μας - ανάμειξη του τουρκικού παράγοντα.