Wednesday, October 11, 2017

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ


Το πρόσφατο δημοψήφισμα των Κούρδων του Βόρειου Ιράκ υπέρ της ανεξαρτησίας επανέφερε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας το διαχρονικού ενδιαφέροντος Κουρδικό. Ζήτημα διττώς σημαντικό και για τη χώρα μας, καθώς μας αφορά, τόσο ως μέλος των Δυτικών διεθνών οργανισμών – ΝΑΤΟ και ΕΕ –, όσο και υπό το στενότερο πρίσμα των ελληνοτουρκικών.
***
Μολονότι οι Κούρδοι είναι εκ των παλαιότερων κατοίκων της περιοχής τους, η διαμόρφωση κουρδικής εθνικής ταυτότητας σημειώθηκε με αρκετή χρονική καθυστέρηση. Ενώ ακόμη πιο πρόσφατο φαινόμενο αποτελεί το αίτημα για μια ανεξάρτητη κουρδική κρατική υπόσταση. Μια επιδίωξη όμως που προσκρούει σε δυσυπέρβλητα – και αυτή τη στιγμή πιθανότατα ανυπέρβλητα - εμπόδια. Εξ ων το κυριότερο είναι η αποφασιστική αντίθεση των χωρών εκείνων την εδαφική ακεραιότητα των οποίων θα έπληττε η επίτευξή της. Είτε αμέσως, όπως στην περίπτωση του Ιράκ και της Συρίας, όπου, σημειωτέον, το κουρδικό στοιχείο έχει ήδη δημιουργήσει αυτοδύναμους, οιονεί κρατικής υφής θύλακες. Είτε, εν δυνάμει, προκειμένου για το Ιράν και την Τουρκία · καθώς είναι ορατός ο κίνδυνος το παράδειγμα των Κούρδων της Συρίας και του Ιράκ να ενθαρρύνει τις φυγόκεντρες τάσεις των ευγεμέθων δικών τους κουρδικών πληθυσμών.  
Με το Κουρδικό να προκαλεί συνακόλουθα μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις - ενίοτε προσλαμβάνουσες μάλιστα τη μορφή «παρά φύσιν» συμμαχιών. Όπως ειδικότερα μαρτυρεί η στρατηγική στροφή της Άγκυρας. Η οποία, μολονότι προσφάτως ακόμη φιλοδοξούσε να ηγηθεί του σουνιτικού κόσμου, τώρα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αποσχιστικό κίνδυνο εκ των - κατά την μεγάλη εν τούτοις πλειοψηφία τους, σουνιτικού δόγματος – Κούρδων, συντάσσεται σε κάποιο βαθμό με το «σιιτικό τόξο»  που συνθέτουν τα επίσης ανήσυχα για τις αποσχιστικές τάσεις των κουρδικών τους μειονοτήτων καθεστώτα της Τεχεράνης, της Βαγδάτης και της Δαμασκού.
Ενώ ιδιαίτερο βάρος σε σχέση με τις εξελίξεις περί το Κουρδικό προσλαμβάνουν οι χειρισμοί των ενεργώς εμπλεκόμενων στα μεσανατολικά πράγματα Ρωσίας και ΗΠΑ. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κουρδικής πολιτικής των οποίων είναι ο γεωπολιτικός καιροσκοπισμός.
Και η μεν Ουάσιγκτον, ενώ, από τη μια, αξιοποιεί τους λίαν αποτελεσματικούς Κούρδους μαχητές στις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Στρατού – την εξόντωση του οποίου έχει αυτή τη στιγμή αναγάγει σε κορυφαία μεσανατολική προτεραιότητά της –, από την άλλη, επιχειρεί να περιορίσει τις αρνητικές επιπτώσεις της συστράτευσης αυτής επί των, ήδη βεβαρυμμένων εξ άλλων λόγων, σχέσεών της με τη νατοϊκή σύμμαχο Άγκυρα, αλλά και επί της επιθυμητής από αμερικανικής σκοπιάς εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ. Και ως εκ τούτου καταβάλλει προσπάθειες για να αποτραπεί η ανεξαρτοποίηση του σήμερα ημιαυτόνομου ιρακινού Κουρδιστάν, χωρίς ως εκ τούτου να κλονισθούν οι δεσμοί της με τους Κούρδους.
Ανάλογο δε δίλημμα αντιμετωπίζει και η Μόσχα. Καθώς η πρόθεσή της να καλλιεργήσει αγαθές έως και στενές σχέσεις με το κουρδικό στοιχείο,  τόσο για να εξισορροπήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή, όσο και για οικονομικούς λόγους, προσκρούει στα ζωτικά συμφέροντα του κύριου μεσανατολικού της συμμάχου Συρίας και του ευκαιριακού έστω εταίρου της Ιράν· και συγχρόνως είναι ασύμβατη με τη σημειούμενη το τελευταίο καιρό βελτίωση των προβληματικών σχέσεών της με την Άγκυρα. Διό και η ρωσική τοποθέτηση επί του αιτήματος της κουρδικής ανεξαρτοποίησης χαρακτηρίζεται από άκρα συγκράτηση - και σε τελευταία ανάλυση λειτουργεί αποτρεπτικώς έναντι μιας εσπευσμένης ικανοποίησής του.
Εάν δε στην κουρδική εξίσωση προστεθούν και οι βαθιές διαιρέσεις και αντιθέσεις στους κόλπους των ίδιων των Κούρδων, οι προοπτικές για την ανάδυση ενός ανεξάρτητου  κουρδικού κράτους στο ορατό μέλλον εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσοίωνες.
***
Υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων, ποια η ενδεικνυόμενη στάση της χώρας μας; Θα στηρίξουμε ενεργώς μια διεκδίκηση που η γείτων θεωρεί ευθεία απειλή κατά της εδαφικής της ακεραιότητας, υιοθετώντας αβασάνιστα το απόφθεγμα «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»;
Ίσως καλό θα ήταν να διατηρούμε στη μνήμη το επεισόδιο Οτσαλάν των αρχών του 1999. Όταν επιπόλαιοι έως και ανεύθυνοι χειρισμοί ανθρώπων εντός και εκτός εξουσίας στην Αθήνα προκάλεσαν επικίνδυνη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις  – οδηγώντας μας τελικά σε μια εξευτελιστική κυβίστηση.

Η εθνική λογική υπαγορεύει να εντάξουμε την κουρδική πολιτική μας στο ευρύτερο κοινοτικό και νατοϊκό πλαίσιο· αποφεύγοντας μονομερείς ενέργειες δυνάμενες να οξύνουν περαιτέρω, εξ αιτίας θέματος μη απτόμενου των ζωτικών μας συμφερόντων, τις ήδη τεταμένες σχέσεις μας με την Τουρκία.

Friday, September 22, 2017

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΟΠΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Κατά την μακραίωνα ιστορία της η Ευρώπη υπήρξε χώρος συνεχών ιδεολογικών αναζητήσεων και τομών: θρησκευτικών αρχικά, με τις ποικίλες και αντικρουόμενες εκφάνσεις του Χριστιανισμού· φιλοσοφικών εν συνεχεία με κυρίαρχο εκφραστή τον Διαφωτισμό· και πλέον πρόσφατα, κοινωνικοπολιτικών, κυρίως με την ανάδυση του εθνικισμού, των σοσιαλιστικών δοξασιών, και του πανευρωπαϊκού ιδεώδους. Οι διάφορες δε αυτές συνιστώσες του ευρωπαϊκού πολιτισμού εξακολουθούν κατ’ αρχήν να υφίστανται - δίνοντας όμως συχνά την εντύπωση καθυστερημένων αντανακλαστικών ενός φθίνοντος οργανισμού.
Σε ιστορικό απόγειο σήμερα της υλικής τους ευημερίας, οι ευρωπαϊκοί λαοί εμφανίζουν συμπτώματα ιδεολογικής κόπωσης και αμηχανίας - και συνακόλουθα έντονη τάση προς εσωστρέφεια. Με τον εθνικισμό, ειδικότερα, να τείνει να μεταλλαχθεί σε τοπικισμό ή φυλετισμό· με τον κοινωνισμό να υποκαθίσταται από έναν εγωκεντρικό ατομικισμό· και με τον ευρωπαϊσμό να εκφυλίζεται σε γραφειοκρατική ρουτίνα.
Χαρακτηριστικό επομένως γνώρισμα της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας είναι η απουσία γενναίων συλλογικών οραμάτων και φιλοδοξιών, τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το ότι κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία, η φυσιογνωμία των οποίων διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά, επίπονη, και διακεκριμένη ιστορική διαδρομή, απειλούνται αυτή τη στιγμή με διάσπαση. Ούτε το ότι οι «μεγάλοι» Ευρωπαίοι – οι Βρετανοί· οι Γάλλοι, τουλάχιστον μέχρι της πρόσφατης, αιφνίδιας ανάδυσης του Μακρόν· και ιδιαίτατα οι και πλέον δημογραφικά και οικονομικά βαρύνοντες Γερμανοί - από τους οποίους φυσικό είναι οι λοιποί να αναμένουν το εμπνευσμένο παράδειγμα, διακατέχονται από ένα σύνδρομο στενόκαρδου οικονομισμού και γεωπολιτικής μυωπίας. (Και ως εκ τούτου ουδόλως πρέπει να εκπλήσσει η επικράτηση αταβιστικών λαϊκισμών στην κατά πολύ προβληματικότερη ανατολική και βαλκανική ευρωπαϊκή περιφέρεια.)
Η ευρωπαϊκή δε αυτή εσωστρέφεια συνεπάγεται πέραν των άλλων την απροθυμία επένδυσης στο κυριότερο πάντοτε μέσο άσκησης διεθνούς επιρροής που είναι η στρατιωτική ισχύς. Με επακόλουθο οι επεμβάσεις των ευρωπαϊκών πρωτευουσών στα παγκόσμια γεωπολιτικά δρώμενα να περιορίζονται κατά κανόνα στη διπλωματική στήριξη, ή, ενίοτε, στη – συνήθως ατυχή - προσπάθεια συνδιαμόρφωσης των χειρισμών της αμερικανικής υπερδύναμης· και οι μεγαλόστομες διακηρύξεις αρχών των διευθυντικών κοινοτικών οργάνων να αποδεικνύονται στην πράξη ευχολόγια με λίαν περιορισμένο αντίκρισμα. Εξ ου  και η αμήχανη στάση των Ευρωπαίων έναντι του Ουκρανικού και της Ρωσίας· η αναιμική παρουσία του ευρωπαϊκού παράγοντα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή· και το κατ’ ουσίαν σχεδόν αποκλειστικά οικονομικό ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών χωρών για την Άπω Ανατολή - ήτοι για τον κρισιμότερο ίσως παγκόσμιο στίβο του 21ου αιώνα. Ειρήσθω δε εν παρόδω, ότι και η παρακμιακή ιδεολογικο-πολιτική ασυναρτησία του ελληνικού δημόσιου βίου αποτελεί σε κάποιο βαθμό αντίκτυπο της ευρωπαϊκής αυτής εσωστρέφειας – χωρίς ποσώς η επισήμανση αυτή να απενοχοποιεί τις προφανείς εγγενείς μας αδυναμίες και ευθύνες.
Βέβαια, οι προτάσεις του προέδρου Μακρόν για τη σύσφιγξη των ευρωενωσιακών πολιτικοοικονομικών δεσμών με παράλληλη επιβεβαίωση των εθνικών παραδόσεων και ταυτοτήτων, καθώς και οι διακριτές τοποθετήσεις του επί ζεόντων διεθνών προβλημάτων όπως το Ιρανικό και το Κορεατικό, ταράσσουν σε κάποιο βαθμό τα λιμνάζοντα ευρωπαϊκά ύδατα. Το μέλλον όμως των πρωτοβουλιών αυτών του Γάλλου προέδρου, και ιδιαίτερα η ανταπόκριση των λοιπών εταίρων, αλλά και της ίδιας της γαλλικής κοινής γνώμης, παραμένουν προς το παρόν άδηλα. Αποφασιστικής δε εν προκειμένω σημασίας θα αποδειχθούν αναμφίβολα οι γερμανικές επιλογές -  και ειδικότερα η απάντηση στο εξής ερώτημα: Μετά την προεξοφλούμενη άνετη επικράτησή της κατά τις επικείμενες ομοσπονδιακές εκλογές, η  Γερμανίδα καγκελάριος, γνωστή μέχρι τούδε ως η προσωποποίηση μιας αξιοζήλευτης, πλην όμως στενών στοχεύσεων, κυβερνητικής νοικοκυροσύνης, θα θελήσει άραγε, και αν ναι θα μπορέσει, να κάνει την μεγάλη έκπληξη, υπερβαίνοντας την πεπατημένη και συμβάλλοντας έτσι καθοριστικά στην αναζωογόνηση της Ευρώπης; Αν όχι, οι Ευρωπαίοι, ομφαλοσκοπούντες εν μέσω δυναμικών γιγάντων όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία, και η Ινδία, θα διατρέξουν τον κίνδυνο, αν μη τι άλλο, της περιθωριοποίησης.


Monday, September 11, 2017

ΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΣΙΑ/ΕΙΡΗΝΙΚΟ


Προσδημοσίευση από το υπ. αρ. 121 τεύχος των "Εθνικών Επάλξεων", τριμηνιαίας έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.


Το κέντρο βάρους των παγκόσμιων δρωμένων μετατοπίζεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς από Ευρώπη και Μέση Ανατολή προς την Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό. Ένα τεράστιο χώρο, γνωστό παραδοσιακά ως Άπω Ανατολή, ο οποίος: εκτείνεται από την Κίνα έως την Ωκεανία· εμπερικλείει άνω του ημίσεος της ανθρωπότητας και σχεδόν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας· εμφανίζει μια σημαντική δημογραφική και μια εντυπωσιακή οικονομική δυναμική· και, από τινος χρόνου, παρουσιάζει και μια θεαματική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Οι εξελίξεις δε στον οποίο αποκτούν όλο και περισσότερο πλανητικές προεκτάσεις - στο μέτρο ιδίως που η ανάδυση του κινεζικού γίγαντα προκαλεί τις ανησυχίες των λοιπών δυνάμεων της περιοχής για τις βλέψεις του Πεκίνου, αλλά και τους προβληματισμούς της Ουάσιγκτον ως προς τους τρόπους κατοχύρωσης της περιφερειακής Pax Americana.
Με την εντυπωσιακή άνοδο της κινεζικής ισχύος να αποτελεί το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό του τρέχοντος απωανατολικού - και ενδεχομένως και του παγκόσμιου - γεωπολιτικού γίγνεσθαι. Με πληθυσμό άνω του 1.3 δις επί παγκόσμιου συνόλου 7,5 δις, η Κίνα διαθέτει τη δεύτερη παγκοσμίως ως προς το ΑΕΠ οικονομία· και, χάρις στις συνεχώς αυξανόμενες στρατιωτικές της δαπάνες, οι οποίες το 2014 ανήλθαν σε $215 περίπου δισεκατομμύρια, οι ένοπλες δυνάμεις της -  με 2,285,000 προσωπικό οι μεγαλύτερες παγκοσμίως – ταχέως εκσυγχρονίζονται, αποκτώντας συν τω χρόνω και δυνατότητες προβολής ισχύος σε πλανητική κλίμακα. [i]
Καθοριστική ωστόσο παράμετρος στην κινεζική γεωπολιτική εξίσωση είναι ο ρόλος του ΚΚΚ, και ειδικότερα οι στοχεύσεις της ηγεσίας του. Η οποία, σύμφωνα με μια έγκυρη βρετανική ανάλυση, διαπιστώνοντας την ιδεολογική φθορά του Κόμματος και τους εξ αυτής κινδύνους για την κομμουνιστική διακυβέρνηση, επιχειρεί να ανασυνδέσει την τελευταία αυτή με επιλεγμένες διαχρονικές αξίες του κινεζικού πολιτισμού – αξίες που σημειωτέον οι κινέζοι κομμουνιστές καταπολέμησαν λυσσωδώς στο παρελθόν· προκειμένου, μεταξύ άλλων, να θέσει υπό έλεγχο και στην υπηρεσία της «τις συντηρητικές δυνάμεις της κοινωνίας» και να τονώσει, ελέγχοντάς τον συγχρόνως, «τον πατριωτισμό» του πληθυσμού.[ii] Είναι δε προφανές ότι μια τέτοια εθνικιστική συσπείρωση, όχι μόνο διευκολύνει την αντιμετώπιση των αποσταθεροποιητικών αποσχιστικών στοιχείων σε Θιβέτ και Σιντσιάνγκ, αλλά και ευνοεί τις συνεχώς διευρυνόμενες περιφερειακές βλέψεις του Πεκίνου.
Συνεπεία των οποίων η ΛΔΚ αντιπαρατίθεται προς το σύνολο σχεδόν των προς Ανατολάς και Νότο γειτόνων της. Με τις εδαφικές διαφορές της και γενικότερα τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς της με τις δύο άλλες μεγάλες ασιατικές δυνάμεις – την Ιαπωνία και την Ινδία – να οξύνονται. Και με τις εδαφικές και ενεργειακές διεκδικήσεις της να προκαλούν εντάσεις με μικρότερες, αλλ’ ασφαλώς όχι μικρές χώρες της ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού, όπως το Βιετνάμ, η Ινδονησία, και οι Φιλιππίνες. Οι αντιπαραθέσεις δε αυτές, αφ’ ενός, συντηρούν τον περιφερειακό εξοπλιστικό πυρετό, και, αφ’ ετέρου, ωθούν τους αντιπάλους του Πεκίνου στην αναζήτηση στρατηγικών ερεισμάτων – και πρωτίστως στη σύσφιγξη των δεσμών τους με τις ΗΠΑ. Και συνεπώς αποτελούν κίνητρο και συγχρόνως προσφέρουν την ευκαιρία για την αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.
***
Το ενεργό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για την Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό δεν είναι φυσικά νεοφανές. Εκδηλώνεται επί δεκαετίες, υπό την μορφή μιας στρατηγικής διττής προσέγγισης, συνδυάζουσας την ανάσχεση του κινεζικού επεκτατισμού με την ενσωμάτωσή της αναδυόμενης Κίνας στην παγκόσμια νομική και οικονομική τάξη. Ο γεωπολιτικός δε αυτός προσανατολισμός, ο οποίος επετάθη και τρόπον τινά κωδικοποιήθηκε με τη «στροφή προς την Ασία» [pivot to Asia] της προεδρίας Ομπάμα, [iii] αντανακλά σε τελευταία ανάλυση την εκτίμηση ότι η Κίνα αποτελεί την εν δυνάμει μείζονα απειλή κατά των ΗΠΑ κατά τον τρέχοντα αιώνα. Τούτο σε αντίθεση με την αρκετά διαδεδομένη αντίληψη την αποδίδουσα τον δυσοίωνο αυτόν ρόλο στη Ρωσία ή στην ισλαμογενή τρομοκρατία. Συναφείς δε ήσαν και οι διαπιστώσεις του Προέδρου Ομπάμα ότι, η μεν Ρωσία αποτελεί «περιφερειακή δύναμη», «μη συνιστώσα την υπ’ αριθμόν ένα απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών»,[iv] η δε προερχόμενη από την ισλαμογενή τρομοκρατία απειλή, μολονότι υψηλής προτεραιότητας, δεν ενέχει «υπαρξιακό χαρακτήρα». [v]
Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ο κ. Τραμπ έδειξε να αδιαφορεί για τις απωανατολικές εξελίξεις, προσέγγισε δε τις σινοαμερικανικές σχέσεις με στενά νομισματικά και εμπορικά κριτήρια. Μετά την εκλογή του όμως - όπως και προκειμένου για το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, και άλλα κρίσιμα θέματα - προσαρμόζει όλο και περισσότερο τις στρατηγικές επιλογές του στις γεωπολιτικές πραγματικότητες. [vi]
Ως προς την Κίνα, ειδικότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να υιοθετεί μια επικαιροποιημένη εκδοχή της διπλής προσέγγισης των προκατόχων του. Καθώς, από τη μια, συνεχίζει να ενισχύει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και να συσφίγγει τους πολιτικοστρατιωτικούς δεσμούς της Ουάσιγκτον με τους τοπικούς συμμάχους της – παλαιότερους όπως η Ιαπωνία,[vii] η Νότια Κορέα, οι Φιλιππίνες, και η Αυστραλία, και νεόκοπους όπως κατ’ εξοχήν η Ινδία· [viii] και, μολονότι, τηρώντας προεκλογική του δέσμευση, απέσυρε την αμερικανική συμμετοχή στην ούτως ή άλλως λίαν αμφισβητηθείσα στις Ηνωμένες Πολιτείες εμπορική συμφωνία «Συνεργασία των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού» [Trans-Pacific Partnership ή TPP], στηρίζει ωστόσο εμπράκτως τους δύο σημαντικότερους περιφερειακούς διεθνείς οργανισμούς που είναι η Ένωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασία [Association of South-East Asian Nations ή ASEAN] και η Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού [Asia-Pacific economic cooperation ή APEC. [ix] Ενώ, από την άλλη: εμμένει στην αρχή της «μίας Κίνας» - πάγια θέση των προκατόχων του και «κόκκινη γραμμή» για το Πεκίνο – παρ’ όλον ότι ορισμένες αρχικές κινήσεις του έδωσαν την εντύπωση ότι την εγκαταλείπει·[x] σε αντίθεση  προς προεκλογική του δέσμευση, απέφυγε να καταγγείλει την Κίνα ως «χειραγωγό νομίσματος» [currency manipulator], [xi] και δείχνει διατεθειμένος να διαπραγματευθεί με την κινεζική πλευρά – χωρίς ιδιαίτερη ελαστικότητα μέχρι στιγμής, είναι αλήθεια – εμπορικές και νομισματικές ρυθμίσεις αποτρέπουσες έναν αμοιβαίως επιζήμιο εμπορικό πόλεμο· [xii] και επιζητεί τη σύμπραξη της κινεζικής κυβέρνησης για να τεθεί φραγμός στις προκλήσεις της βορειοκορεατικής ηγεσίας.
***
Κατά τα λοιπά,  το Κορεατικό αναδεικνύεται κατά κάποιον τρόπο σε λυδία λίθο των απωανατολικών γεωπολιτικών διεργασιών. Διότι, ναι  μεν η Βόρειος Κορέα είναι καθ’ εαυτήν κράτος περιορισμένης βαρύτητας, πλην όμως η συνεχιζόμενη πυρηνικοποίησή της – την οποία το καθεστώς της φαίνεται να θεωρεί εγγύηση επιβίωσης - σε συνδυασμό και με τις απειλητικές πυραυλικές της δοκιμές και τις αλλοπρόσαλλες φραστικές επιθέσεις του Κιμ Γιονγκ-ουν κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, τείνει να λειτουργήσει ως πυροδότης άκρως επικίνδυνων αλυσιδωτών αντιδράσεων.
Πιο συγκεκριμένα: Μια αμερικανική στρατιωτική αντενέργεια, συνεπαγόμενη την ανατροπή του βορειοκορεατικού καθεστώτος και κατά πάσαν πιθανότητα και την επανενοποίηση της κορεατικής χερσονήσου, θα δοκίμαζε επικινδύνως τις σινοαμερικανικές σχέσεις. Καθώς το Πεκίνο, μολονότι ανησυχεί για την ασύνετη στάση του Βορειοκορεάτη δικτάτορα και καταβάλλει προσεκτικές προσπάθειες για να τον συγκρατήσει – χαρακτηριστικά, συνέβαλε στην, με αμερικανική πρωτοβουλία, επιβολή οικονομικών κυρώσεων επί του Πιονγιάνγκ από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ -,[xiii]  θα θεωρούσε απαράδεκτη την ανάδυση μιας ενιαίας, πιθανώς πυρηνικής, Κορέας υπό αμερικανική αιγίδα. Ουδόλως δε αποκλείεται – πολλοί έγκυροι παρατηρητές το θεωρούν σχεδόν αναπόφευκτο  – για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη να προσφύγει σε στρατιωτικά μέσα· με σχεδόν αναπόφευκτο επακόλουθο τη σύγκρουση με τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή. [xiv]
Αλλά και το Κρεμλίνο, αν και επίσης δυσανασχετεί για τα καμώματα των Βορειοκορεατών – συντάχθηκε και αυτό με τις σχετικές διεθνείς κυρώσεις  – και επί πλέον δυσφορεί για την κινεζική επιρροή στην όμορη της ρωσικής επικράτειας Βόρεια Κορέα, τρέφει φόβους ανάλογους με εκείνους της κινεζικής ηγεσίας σε ό,τι αφορά στην προοπτική μιας αμερικανικής πολιτικοστρατιωτικής παρουσίας επί των συνόρων του. Τοσούτω μάλλον που, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την πολιτική του στην περιοχή υπό το πρίσμα της γενικότερης αντιπαράθεσής του με την Ουάσιγκτον. Όπερ εν μέρει τουλάχιστον εξηγεί και τις προσπάθειες του προέδρου Πούτιν να βελτιώσει τις σχέσεις της χώρας του με την Ιαπωνία, παρά τις χρονίζουσες εδαφικές ρωσο-ιαπωνικές διαφορές σε σχέση με το νησιωτικό σύμπλεγμα των Κουρίλων· να συντηρήσει την παλαιά συνεργασία της Μόσχας με την Ινδία – συνεργασία ομολογουμένως περιλαμβάνουσα, πέραν της γεωπολιτικής πτυχής, και την οικονομικώς λίαν επωφελή για τη ρωσική πλευρά προμήθεια όπλων στο Νέο Δελχί· και, παρά τον υφέρποντα, διαχρονικό σινο-ρωσικό ανταγωνισμό, να καλλιεργήσει ένα είδος λυκοφιλίας με το Πεκίνο.
Ενώ μια πρόσθετη πτυχή του κορεατικού γρίφου, η οποία προβληματίζει, όχι μόνο τους Κινέζους και τους Ρώσους, αλλά και τη Νότια Κορέα και ασφαλώς και την ίδια την Ουάσιγκτον, είναι το ενδεχόμενο η Ιαπωνία, αντιδρώντας σε μια οξυμένη βορειοκορεατική πυρηνική απειλή, και παρά τη σχετική απαγόρευση του συντάγματός της και την αντίθεση, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, της κοινής της γνώμης, να στραφεί προς  τη συγκρότηση πυρηνικού οπλοστασίου – εγχείρημα πρακτικά ευχερές, δοθέντος του ιαπωνικού τεχνολογικού και οικονομικού δυναμικού. [xv] Σημειωτέον δε ότι, από την πλευρά τους, και οι περισσότεροι Νοτιοκορεάτες, ανήσυχοι για την εκ Βορρά απειλή, δείχνουν να ευνοούν την πυρηνικοποίηση του κράτους των – μια προοπτική, ωστόσο, στην οποία αντιτίθενται, όχι μόνο το Πεκίνο και η Μόσχα, αλλά και η ίδια η Ουάσιγκτον.  [xvi]  
Άξιος επισήμανσης, τέλος, σχετικά με το Κορεατικό είναι ο ρόλος του ευρωενωσιακού παράγοντος - ρόλος θετικός μεν, πλην όμως, όπως και σε ό,τι αφορά στα απωανατολικά δρώμενα γενικότερα, αναντίστοιχος προς το συνολικό ειδικό βάρος των κοινοτικών εταίρων. [xvii] Ως μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι παρέχουν, πράγματι, κρίσιμη διπλωματική στήριξη στις αμερικανικές θέσεις. Και, διαθέτοντες - μόνοι σημειωτέον εκ των κρατών-μελών της ΕΕ - περιορισμένη έστω στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, συμμετέχουν από κοινού με τους Αμερικανούς και τους Ασιάτες συμμάχους της Ουάσιγκτον σε στρατιωτικά γυμνάσια αποσκοπούντα στην αποτροπή της κλιμάκωσης της βορειοκορεατικής επιθετικότητας.[xviii] Ενώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επανειλημμένως καταδικάσει τις παράνομες πυρηνικές και πυραυλικές δραστηριότητες της Πιονγιάνγκ .
Ωστόσο, μια – φιλική σημειωτέον προς την ΕΕ - αμερικανική δεξαμενή σκέψης διαπιστώνει, και όχι αδίκως, ότι «προκειμένου για τις ασιατικές υποθέσεις, η Ευρώπη είναι οικονομικός και πολιτικός παίκτης, όχι στρατιωτικός»· ότι «η περιοχή Ασία-Ειρηνικός…δεν κατέχει κεντρική θέση στην ευρύτερη ατζέντα της ΕΕ»· και ότι «[γ]ια τα περισσότερα ευρωενωσιακά κράτη, όπως η Γερμανία, η εκεί εμπλοκή τους εστιάζεται πρωτίστως στην προαγωγή του εμπορίου και των επενδύσεων μάλλον παρά στην εισφορά στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα». [xix]
***
Η επισκόπηση των απωανατολικών δρωμένων, μακράν του να προσφέρει βεβαιότητες για το μέλλον, γεννά αντιθέτως μια σειρά από κρίσιμα, αλλ’ αυτή τη στιγμή αναπάντητα, ερωτήματα.
Βραχυπρόθεσμα, οι σχετικοί προβληματισμοί εστιάζονται κατά κύριο λόγο στον κίνδυνο μιας θερμής περιφερειακής και όχι μόνο αναμέτρησης εξ αφορμής του Κορεατικού. Ωστόσο, μολονότι το ακραίο αυτό σενάριο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, δύο βασικοί παράγοντες το καθιστούν μάλλον απίθανο: αφ’ ενός, το ένστικτο επιβίωσης των Βορειοκορεατών ιθυνόντων, οι οποίοι δεν πρέπει να τρέφουν ψευδαισθήσεις για την εξοντωτική αμερικανική αντίδραση σε περίπτωση που επιτεθούν κατά των Αμερικανών ή των συμμάχων τους· και, αφ’ ετέρου, η λογική απροθυμία της αμερικανικής πλευράς – εκτός φυσικά εάν πεισθεί ότι επίκειται βορειοκορεατική επίθεση - να αποδεχθεί τα πιθανά επακόλουθα ενός προληπτικού στρατιωτικού κτυπήματός της κατά του βορειοκορεατικού καθεστώτος και ειδικότερα: τις μαζικές απώλειες μεταξύ του πληθυσμού στη Νότια Κορέα· τις ίδιες στρατιωτικές απώλειες· τυχόν πυρηνική αντίδραση ενός εκπνέοντος βορειοκορεατικού καθεστώτος· και τις αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο και τη Μόσχα, και ενδεχομένως και με Ασιάτες και Ευρωπαίους συμμάχους της. Συνακόλουθα δε, ως πιθανότερη έκβαση της εν εξελίξει κρίσης εμφανίζεται η εκατέρωθεν μεθόδευση της επιστροφής στο modus videndi των τελευταίων ετών, δυνάμει του οποίου: η μεν Δύση κατ’ ουσίαν ανεχόταν, αν και καταβάλλοντες συγχρόνως προσπάθειες για να την επιβραδύνει, την πυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας· η δε ηγεσία της τελευταίας απέφευγε ακραίες, αποσταθεροποιητικές προκλήσεις.
Τουλάχιστον όμως εξ ίσου καίρια είναι και τα μεσοπρόθεσμα ερωτηματικά τα αφορώντα στις εσωτερικές εξελίξεις και τους εξωτερικούς προσανατολισμούς και επιλογές της Κίνας, με κρισιμότερα τα ακόλουθα: Θα κατορθώσει η κομμουνιστική ηγετική ελίτ να διατηρήσει τον έλεγχο της χώρας; Θα συνεχισθεί η ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη, θεμέλιο της κινεζικής στρατιωτικής ισχύος και γεωπολιτικής επιρροής; Θα ελεγχθούν οι εθνοτικές και θρησκευτικές φυγόκεντρες δυνάμεις που απειλούν έως και την ακεραιότητα του κράτους; Και, θα επιδείξει το Πεκίνο επαρκή αυτοσυγκράτηση σε σχέση, τόσο με τους γείτονες, όσο και με την Ουάσιγκτον, ώστε να αποφευχθεί μια στρατιωτική αναμέτρηση – και ιδιαίτατα μία εμπλέκουσα και τις ΗΠΑ;        [xx]
Το μόνο βέβαιο είναι ότι μια πολεμική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων στον απωανατολικό χώρο θα τείνει να προσλάβει ευρύτερες, πιθανότατα παγκόσμιες διαστάσεις - με συνέπειες τις οποίες, δεδομένης της φονικότητας των διαθέσιμων οπλοστασίων, συμβατικών και πυρηνικών, αποφεύγει κανείς να διανοηθεί.




[i] Τα στοιχεία για τις στρατιωτικές δαπάνες της Κίνας προέρχονται από το έγκυρο SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute) και στηρίζονται σε πληροφορίες της κινεζικής πλευράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το 2015 το Πεκίνο διέθεσε για τις ένοπλες δυνάμεις του $215 δις – ποσό αντιστοιχούν στο 49% των περιφερειακών στρατιωτικών δαπανών και στο 13 % των παγκόσμιων. Υπολογίζεται ωστόσο ότι το πραγματικό ποσό είναι ακόμη υψηλότερο.
[ii] Βλ. σχετικώς εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο, υπό τον τίτλο The Communist Party is redefining what it means to be Chinese, στο φύλλο της 17ης Αυγούστου 2017 του The Economist.
[iii] Για μια σοβαρή, κριτική αποτίμηση της ασιατικής πολιτικής των κυβερνήσεων Ομπάμα, με σύντομη αναφορά και σε εκείνη των προκατόχων του, βλ. The Legacy of Obama’s “Pivot” to Asia, Foreign Policy, 3-9-2016
[iv] Βλ. Obama dismisses Russia as ‘regional power’ acting out of weakness, Washington Post, 25-3-2014. Σε ό,τι αφορά στις Δυτικές ευθύνες για την ένταση με τη Μόσχα, βλ.  Michael Lind, The 'New Cold War' Was Never Inevitable, The National Interest, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2017. 
[v] Σε σχέση με την ισλαμογενή τρομοκρατία βλ. John Mueller και Mark G. Stewart, ISIS Isn’t an Existential Threat to America, Cato Institute και Sarah Westwood, Obama: Terrorism doesn't 'pose an existential threat to our nation', Washington Examiner, 6-12-2016.
[vi] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο χειρισμός του Αφγανικού: Τον Νοέμβριο 2013, ως ιδιώτης τότε, ο κ. Τραμπ δήλωνε: «Σπαταλήσαμε τεράστιες ποσότητες αίματος και χρήματος στο Αφγανιστάν. Η κυβέρνησή τους επιδεικνύει μηδενική εκτίμηση του γεγονότος. Να αποχωρήσουμε.» Ωστόσο την 21η Αυγούστου 2017, παρουσιάζοντας τηλεοπτικώς προς τον αμερικανικό λαό την αφγανική του πολιτική, αναγνώρισε ότι, ενώ «το αρχικό ένστικτό» του ευνοούσε την αποχώρηση,  «οι συνέπειες μιας ταχείας εξόδου είναι προβλέψιμες και απαράδεκτες». Βλ.  Thomas Gibbons-Neff και Anne Gearan, Trump faces the grim reality of Afghanistan: No quick path to victory and no clear way out, Washington Post, 21-8-2017.
[vii] Επισκεπτόμενος το Τόκιο, ο Αμερικανός υπουργός αμύνης James Mattis παρέσχε τη διαβεβαίωση ότι η αμερικανο-ιαπωνική συμμαχία θα παραμείνει κρίσιμης σημασίας για την περιφερειακή ασφάλεια «για πολλά χρόνια στο μέλλον», και – ιδιαίτερα σημαντικό για τους Ιάπωνες συνομιλητές του - επανέλαβε την εκ της συνθήκης δέσμευση της Ουάσιγκτον να υπερασπιστεί τις υπό ιαπωνικό έλεγχο νήσους Σενκάκου, την κυριαρχία επί των οποίων διεκδικεί και το Πεκίνο.  Βλ. Mattis wraps up Japan visit with U.S. pledge to maintain alliance ‘for years to come’,The Japan Times, 4-2-17.
[viii] Επί σοβιετικής εποχής, η Ινδία ηγείτο των «Αδεσμεύτων» και τηρούσε ισορροπίες μεταξύ Ανατολής και Δύσης, συχνά με απόκλιση υπέρ της πρώτης. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, ωστόσο, το Νέο Δελχί διαμορφώνει όλο και περισσότερο την εξωτερική πολιτική του υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού του με την Κίνα. Με την οποία το χωρίζουν εδαφικές διαφορές – χαρακτηριστική η πρόσφατη ένταση επί της συνοριακής γραμμής στα Ιμαλάια (βλ. σχετικώς China and India Agree to Ease Tensions in Border Dispute, Financial Times, 28-8-2017) - αλλά και η δυναμική διείσδυση του Πεκίνου στον Ασιατικό Νότο και τον Ινδικό Ωκεανό· ήτοι σε μια περιοχή στην οποία η Ινδία διεκδικεί ηγετικό ρόλο. Και συνακόλουθα προσανατολίζεται προοδευτικά προς την Ουάσιγκτον, μεταξύ άλλων συμμετέχοντας σε κοινά με τους Αμερικανούς στρατιωτικά γυμνάσια.  Βλ. Gideon Rachman China, India and the clash of two great civilizations, Financial Times, 6-5-2017· και Krishnendra Meena, Geopolitics in the Indian Ocean Region, The Dialogue, 06-05-2016.
[ix] Μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος Τραμπ δεσμεύθηκε να συμμετάσχει στις συνόδους κορυφής των δύο αυτών οργανισμών τον προσεχή Νοέμβριο. Βλ. Louis Nelson, Trump to travel to Southeast Asia in November, Politico, 04/20/2017.
[x] Βλ. U.S., China Coordinated Policy Reversal,Trump pledges to honor longstanding policy not to recognize Taiwan diplomatically, Wall Street Journal, 10-2- 2017.
[xi] Βλ. Trump's promises before and after the election, BBC, 22-8-2017. 
[xii] Βλ. Kudlow: China Deal Is 'Huge' Accomplishment for Trump, moneynews, 13-5-2017.
[xiii]  Βλ. U.N. Security Council Approves New Sanctions on North Korea, Wall Street Journal, 5-8-2017.
[xiv] Για μια διαφωτιστική παρουσίαση της κινεζικής στάσης έναντι του Κορεατικού, βλ. Jane Perez, North Korea’s Nuclear Arsenal Threatens China’s Path to Power, New York Times, 5-9-2017.
[xv] Ειδικότερα για τους φόβους του Πεκίνου, βλ. Kyle Mizokami, China and North Korea's Greatest Fear: Japan Armed with Lots of Nuclear Weapons, National Interest, 3-2-2017.
[xvi] Βλ. North Korea’s nuclear test has left the South wanting nukes too, The Economist, 7-9-2017.
[xvii] Για μια πρόσφατη επισήμανση των αδυναμιών της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στον διεθνή χώρο, βλ. Jacopo Barigazzi, EU diplomats speak softly, carry small stick. The EU punches below its weight on foreign policy because real power lies with national capitals, Politico, 7-9-2017. Για μια ευρύτερη ενατένιση του ευρωπαϊκού ρόλου σε μια ανερχόμενη Ασία, βλ. Natalie Nougayrède, Global power is shifting to Asia – and Europe must adapt that, The Guardian, 9-9-2017.
[xviii] Για τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στον απωανατολικό χώρο βλ. João Vitor Tossini, The UK in Southeast Asia - Brunei and the Five Power Defence Arrangements, ERIS - Defesa e Segurança Internacional sob o olhar do GEDES, 19-4-2017. Για την αντίστοιχη γαλλική: La France présente sa politique de défense en Asie-Pacifique, Direction générale des rélations internationales et de la stratégie, DGRIS, 1-3-2017.
[xix] Βλ. Julianne Smith, Erik Brattberg και Rachel Rizz, Transatlantic Security Cooperation in the Asia-Pacific. Recommendations for the Next U.S. Administration, Center for a New American Security, 24-10-2016. Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι το NATO «στον τομέα της ασφάλειας διαδραματίζει περιθωριακό και μόνο ρόλο στην Ασία».
[xx] Για τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και για το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύρραξης μεταξύ των δύο βλ. δοκίμιο του καθηγητή του Χάρβαρντ Graham Allison υπό τον τίτλο China vs. America, Managing the Next Clash of Civilizations, Foreign Affairs, 15-8-2017. Επίσης,  James C. MacDougal Destined for War. Can America and China Escape Thucydides's Trap? Parameters, The US Army War College Quarterly, Summer 2017. Το άρθρο αυτό αποτελεί κριτική του ομότιτλου βιβλίου του καθηγητού Allison.